Οικογενειακή στέγη μετά τη διακοπή της συμβίωσης - Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα

ΜΠρΠατρ 701/2015 ΕφΑΔΠολΔ 2017,60.

Διακοπή της έγγαμης συμβίωσης. Παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής στέγης στον έναν σύζυγο, με δικαστική απόφαση. Η εν λόγω παραχώρηση αναφέρεται μόνο στη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης και δεν επεκτείνεται και στο χρόνο μετά τη λύση του γάμου με την οποία παύει η προδιαληφθείσα υποχρέωση. Αν η διάσταση καταλήξει σε διαζύγιο, θα ισχύσουν ως προς την οικογενειακή στέγη οι γενικές διατάξεις του ενοχικού και εμπραγμάτου δικαίου μόλις η σχετική απόφαση καταστεί αμετάκλητη. Προϋποθέσεις της αξίωσης για συμμετοχή στα αποκτήματα του συζύγου. Παραγραφή των αξιώσεων από την αποβολή από τη νομή. Έναρξη του χρόνου της παραγραφής. Η περίληψη λήφθηκε από τη ΝΟΜΟΣ.

 

Αριθμός απόφασης 701/2015

Πρόεδρος: Κ. Ρήγας, Πρωτοδίκης Δικηγόροι: Β. Μπαλής, Γ. Πολυχρονόπουλος

 

Κατά τη ρύθμιση του άρθρου 1393 εδ. α` ΑΚ, σε περί­πτωση διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, το δικαστή­ριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενό­ψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύ­γους και των συμφερόντων των τέκνων τους, να παραχω­ρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκλη­ρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως οικογενειακή στέγη, ανεξάρτητα από το ποιος είναι κύριος αυ­τού. Από την προεκτεθείσα διάταξη προκύπτει ότι το δι­καστήριο έχει, στο πλαίσιο της εξουσίας του να προστα­τεύσει την οικογένεια επί διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως, την ευχέρεια να παραχωρήσει την αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης στον έναν εκ των συζύ­γων. Η προμνημονευθείσα παραχώρηση γίνεται με βάση τις ειδικές συνθήκες εκάστου συζύγου, το συμφέρον των τέκνων και την αρχή της επιείκειας, που είναι δυνατό να επιβάλλουν να παραχωρείται η οικογενειακή στέγη προς το σύζυγο που δεν έχει εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα στο ακίνητο, όπως επίσης να καταβάλλεται ή όχι αντάλ­λαγμα, το οποίο μπορεί να υπολογισθεί κατά τον καθορι­σμό της διατροφής που οφείλεται από τον κύριο της πα­ραχωρούμενης οικογενειακής στέγης στον έτερο σύζυγο ή στα τέκνα του (βλ. ΑΠ 1630/2002 ΕλλΔνη 2003, 775). Η ως άνω ρύθμιση τυγχάνει προσωρινή, διότι συναρτά­ται με την ύπαρξη του γάμου και την υποχρέωση των συ­ζύγων για παροχή της χρήσεως οικογενειακής στέγης. Η προειρημένη προστασία αναφέρεται μόνο στη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως και δεν επεκτεί­νεται στο χρόνο μετά τη λύση του γάμου, με την οποία παύει η προδιαληφθείσα υποχρέωση. Η ρύθμιση της χρή­σεως της οικογενειακής στέγης δύναται μάλιστα να αφο­ρά προκαθορισμένο χρόνο, που δεν εξαντλεί το διάστημα της προμνημονευθείσας διακοπής. Αν η διάσταση καταλήξει σε διαζύγιο, θα ισχύσουν, μόλις η σχετική απόφαση καταστεί αμετάκλητη, ως προς την οικογενειακή στέγη οι γενικές διατάξεις του ενοχικού και του εμπράγματου δικαίου. Όταν λοιπόν η ρύθμιση της χρήσεως της οικογε­νειακής στέγης έχει γίνει διά δικαστικής αποφάσεως και επακολουθήσει αμετάκλητη λύση του γάμου η αναγκαστικού χαρακτήρα υποχρέωση που θεσπίζεται μέσω της ανωτέρω διατάξεως παύει αυτοδικαίως, με συνέπεια να αναβιώνουν όλα τα δικαιώματα του συζύγου ως κυρίου, νομέα ή μισθωτή και να καταλύεται το δικαίωμα χρήσεως της οικογενειακής στέγης από τον άλλο σύζυγο ως κάτο­χο. Αν επομένως ο τελευταίος αρνείται, παρά την κατά­λυση του προειρημένου δικαιώματος αυτού, την απόδοση του ακινήτου στο δικαιούχο πρώην σύζυγο του, αντιποιούμενος τη νομή ή την κατοχή του παραχωρήσαντος την οικογενειακή στέγη, μπορεί αυτός να ζητήσει την απόδο­ση της διά των οικείων αγωγών, εμπράγματων, περί νο­μής ή ενοχικών (βλ. ΕφΑΘ 5040/2010, ΕλλΔνη 2013, 480, ΕφΠατρ 145/2009 ΑχΝομ 2010, 199, ΕφΘεσ 2989/2005, Αρμ. 2006, 707, ΕφΑΘ 4585/2002 ΕλλΔνη 2003, 225, Θ. Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου, 2005, σ. 133, Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τ. Ι, 2012, σ. 321-322, Σ. Ιωακειμίδη, Σ.Ε.Α.Κ., II, 2013, ά. 1393 αρ. 59).

Ο ενάγων ιστορεί μέσω της υπό κρίση αγωγής, σύμφω­να με την προσήκουσα εκτίμηση του δικογράφου αυτής, ότι έχει καταστεί, κατά τους παρατιθέμενους στην αγω­γή τρόπους, κύριος, νομέας και κάτοχος των εκεί περι­γραφόμενων ευρισκόμενων στον ... όμορων ακινήτων, τα οποία συνίστανται σε οικόπεδο εκτάσεως 182 τ.μ., αξίας 48.739,60 ευρώ, και οικόπεδο επιφάνειας 200 τ.μ. με την επ` αυτού οικοδομή, συνολικού εμβαδού 240 τ.μ. και αξί­ας 153.781 ευρώ, που χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη των διαδίκων στο πλαίσιο της έγγαμης συμβιώσεως τους και παραχωρήθηκε προσωρινώς, κατά τη διακοπή αυτής, δυνάμει της εκδοθείσας με τη διαδικασία των ασφαλιστι­κών μέτρων υπ` αριθμόν 851 /2007 αποφάσεως του Δικα­στηρίου τούτου, ένεκα λόγων επιείκειας και κατ` αποκλει­στική χρήση, στην εναγομένη, η οποία τα κατέχει έκτοτε εξ ολοκλήρου. Ότι ο γάμος των διαδίκων λύθηκε διά της εκδοθείσας με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας υπ` αριθμόν 477/2012 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυ­τού, που έχει καταστεί αμετάκλητη, με αποτέλεσμα να έχει παύσει το προδιαληφθέν δικαίωμα χρήσεως της οικογενει­ακής στέγης από την εναγομένη ως κάτοχο. Ότι, μολονό­τι ο ενάγων όχλησε εξωδίκως αυτήν κατά την 28.9.2012, ώστε να του αποδώσει τα προαναφερθέντα ακίνητα, αυτή αρνήθηκε μέσω της από 10.10.2012 εξώδικης απαντήσε­ως της προς τον ενάγοντα και εξακολουθεί να κατέχει πα­ρανόμως και χωρίς τη θέληση του τελευταίου τα περί ων ο λόγος ακίνητα αυτού, αντιποιούμενη έτσι τη νομή του επ` αυτών. Ενόψει των προεκτεθέντων, ο ενάγων αιτεί­ται να αναγνωρισθεί αυτός ως νομέας των προμνημονευθέντων ακινήτων, να υποχρεωθεί, διά της κηρύξεως της εκδοθησόμενης αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής, η εναγομένη αφενός να του αποδώσει αυτά και αφετέρου να παραλείπει στο μέλλον οποιαδήποτε διατάραξη ή αμ­φισβήτηση της νομής του ενάγοντος στα ανωτέρω ακί­νητα, να απειληθεί εις βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή ύψους 10.000 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρ­κειας 6 μηνών για κάθε παραβίαση της εκδοθησόμενης αποφάσεως και προσβολή στο μέλλον της νομής του ενά­γοντος επί των προειρημένων ακινήτων, όπως επίσης να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταΒολή της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος.

Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγω­γή, για το παραδεκτό της οποίας ενεγράφη περίληψη αυ­τής νομίμως και εμπροθέσμως στο τηρούμενο κτηματολο­γικό φύλλο των επίμαχων ακινήτων (Βλ. το νομίμως προ­σκομιζόμενο μετ` επικλήσεως εκ μέρους του ενάγοντος υπ` αριθμόν .../2.8.2013 πιστοποιητικό καταχωρίσεως εγγραπτέας πράξεως του Κτηματολογικού Γραφείου ...) (ά. 220 § 1 ΚΠολΔ), αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (ά. 7, 8, 10, 11 αρ. 1, 12-14, 16 αρ. 13 και 29 § 1 ΚΠολΔ), προκειμένου να εκδικασθεί κατά την αρμόζουσα τακτική διαδικασία. Είναι παραδεκτή, απορρι­πτομένων των περί αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης ως νόμω αβάσιμων, δοθέντος ότι δεν συνιστά προϋπόθεση του παραδεκτού της τακτικής αγωγής περί νομής του παραχωρήσαντος την οικογενειακή στέγη συζύγου η προη­γούμενη ανάκληση ή μεταρρύθμιση της εκδοθείσας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αποφάσεως για την προσωρινή παραχώρηση της οικογενειακής στέγης στον έτερο σύζυγο κατά τη διάρκεια της διακοπής της έγγαμης συμβιώσεώς τους (επιχ. από το ά. 698 § 1 στοιχ. α ΚΠολΔ), τα τέκνα αυτών δε νομιμοποιούνται παθητικώς και μάλι­στα αναγκαστικώς σε τέτοια δίκη περί νομής (ά. 1393 εδ. α εξ αντιδιαστολής ΑΚ), ώστε η μη στρεφόμενη εναντίον τους σχετική αγωγή να απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ά. 76§1 στοιχ.γ e contrario ΚΠολΔ), και η πνευματική λύση του θρησκευτικού γάμου μέσω της εκδόσεως διαζευκτηρίου από την αρμόδια θρησκευτική αρχή, που ακολουθεί την αμετάκλητη δικαστική απόφαση διαζυγίου, δεν επη­ρεάζει το κύρος της προδιαληφθείσας αποφάσεως, που λύνει το γάμο (ά. 1438 ΑΚ). Η υπό κρίση αγωγή τυγχάνει επιπροσθέτως νόμιμη, ερειδόμενη στις ρυθμίσεις των άρ­θρων 974, 980, 982, 984, 987 εδ. α, 1393 εδ. α, 1438 ΑΚ, 70, 907, 908 και 176 ΚΠολΔ, πλην του κύριου αγωγικού αιτήματος να παραλείπει η εναγομένη στο μέλλον οποια­δήποτε διατάραξη ή αμφισβήτηση της νομής του ενάγοντος στα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα και του πα­ρεπόμενου αγωγικού αιτήματος να απειληθεί εις βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή ύψους 10.000 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας 6 μηνών για κάθε παρα­βίαση της εκδοθησόμενης αποφάσεως και προσβολή στο μέλλον της νομής του ενάγοντος επί των προαναφερθέ­ντων ακινήτων, που είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμα, διότι δεν πρόκειται in concreto περί αvωvής διαταράξεως της νομής, ώστε να τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 989 εδ. α ΑΚ και 947 § 1 εδ. α ΚΠολΔ, αφού η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο των αγωγών περί αποβο­λής από τη νομή και διαταράξεώς της δεν είναι κατ`αρχήν επιτρεπτή, δοθέντος ότι αντιφάσκουν μεταξύ τους (ά. 216 § 1 στοιχ. α και 218 § 1 στοιχ. α ΚΠολΔ), ενώ η τελεσίδικη ή προσωρινώς εκτελεστή απόφαση αποβολής από τη νο­μή ακινήτου υπόκειται σε άμεση κατά τη ρύθμιση του άρ­θρου 943 ΚΠολΔ εκτέλεση, οπότε, αν, μετά την εκτέλεση αυτής, την αποβολή του επιλήψιμου νομέα από το ακίνη­το και την εγκατάσταση σ` αυτό του ενάγοντος, αποβλη­θεί πάλι ο τελευταίος, γίνεται εκτέλεση του ίδιου τίτλου, δίχως να απαιτούνται η έγερση νέας αγωγής και η έκδοση αποφάσεως επ` αυτής (Βλ. ΕφΑΘ 1583/2010, ΕφΑΔ 2011, 174, ΕφΑΘ 6583/1999, ΑρχΝ 2000, 795, Απ. Γεωργιάδη, Εμπράγματο Δίκαιο, 2010, σ. 279-280). Κατά το μέρος της που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει επομένως η ένδικη αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασι­μότητα, διότι έχει καταβληθεί για το προμνημονευθέν καταψηφιστικό αίτημα αυτής το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων επιβαρύνσεις (Βλ. το προσκομιζόμενο υπ` αριθμόν ... /25.11.2015 διπλότυπο ει­σπράξεως της Γ` ΔΟΥ ...).

Το διεπόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 325 επ. ΑΚ ενοχικό δικαίωμα επισχέσεως αποσκοπεί στην εξασφάλι­ση της ικανοποιήσεως αμοιβαίας, συναφούς και ληξιπρό­θεσμης ανταπαιτήσεως του εναγομένου εναντίον της αξι­ώσεως του ενάγοντος ως προς την απόδοση πράγματος, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω αξιώσεις των διαδί­κων δεν έχουν εκπληρωθεί. Η έννομη συνέπεια της παραδοχής της ενστάσεως επισχέσεως δεν έγκειται στην απόρ­ριψη της αγωγής, αλλά στην καταδίκη του εναγομένου να αποδώσει το πράγμα στον ενάγοντα υπό τον όρο της ταυ­τόχρονης καταβολής από τον τελευταίο του αντικειμένου της ανταπαιτήσεως του εναγομένου (ΑΚ 329) (ΑΠ 295/2015 ΧρΙΔ 2015, 420). Από τη ρύθμιση του άρθρου 1400 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και για γάμους που τελέσθηκαν ή περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν πριν από την έναρ­ξη ισχύος του Ν 1329/1983 (ά. 12 Ν 1649/1986), συνάγε­ται ότι προϋποθέσεις της αξιώσεως του ενός των συζύγων για συμμετοχή στα αποκτήματα του έτερου συζύγου αποτελούν: α) η αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή η διάσταση των συζύγων για χρόνο μεγαλύτερο της τριετί­ας, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κα­τά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του άλλου συ­ζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο, η οποία συμβολή πρέπει να προσδιορίζεται ως προς το είδος και την αξία της. Αντικείμενο δηλαδή της προειρημένης αξιώ­σεως, η οποία συνιστά κατ` αρχήν χρηματική ενοχή (ΑΠ Ολ 28/1996), είναι η απόδοση της περιουσιακής αυξήσε­ως που προέκυψε κατά τη διάρκεια του γάμου για τον ένα σύζυγο (υπόχρεο) με τη συμβολή του έτερου (δικαιούχου), ενώ ως αύξηση δε νοείται μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατό να αποτιμη­θούν και αποτελούν τα αποκτήματα υπό την ευρεία έννοια του όρου, άρα ως απόκτημα θεωρείται και η αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου με τη συμ­βολή του δικαιούχου. Προς το σκοπό της διαπιστώσεως αυξητικής διαφοράς στην περιουσιακή κατάσταση του ενός των συζύγων συγκρίνεται λοιπόν η περιουσία του κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) μ` αυτήν που υπάρ­χει κατά τον κρίσιμο για τη γέννηση της αξιώσεως συμμε­τοχής στα αποκτήματα χρόνο (τελική περιουσία) ο οποίος έγκειται στην (αμετάκλητη) λύση ή την ακύρωση του γάμου ή στη συμπλήρωση τριετούς διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως των συζύγων. Εφόσον από τη σύγκριση των δύο προδιαληφθεισών περιουσιών, κατόπιν της αναγωγής της αξίας τους σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, προκύπτει ότι η τελική περιουσία του εναγόμενου συζύγου υπερβαίνει την αρχική περιουσία του, υφίσταται υποχρέ­ωση του προς απόδοση στον έτερο σύζυγο όσων απέκτησε με τη συμβολή του. Η ύπαρξη τέτοιας συμβολής τεκμαί­ρεται εκ του νόμου στο ένα τρίτο (1/3) της περιουσιακής αυξήσεως και στο ποσοστό αυτό μπορεί να περιορισθεί ο δικαιούχος σύζυγος, απαλλασσόμενος έτσι από το βάρος αποδείξεως της όποιας συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, ενώ και ο υπόχρεος δύναται από την πλευρά του να ανατρέψει το νόμιμο αυτό μαχητό τεκμήριο, επικαλούμενος και αποδεικνύοντας μι­κρότερη συμβολή ή και την έλλειψη οποιασδήποτε συμβο­λής του άλλου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του. Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της πε­ριουσίας του υπόχρεου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίων με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, όπως είναι οι υπηρεσίες που παρέχονται στο συζυγικό οίκο, εφόσον όμως αυτές υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 ΑΚ για την εκπλήρω­ση της υποχρεώσεως συνεισφοράς των συζύγων στις οικογενειακές τους ανάγκες. Απαιτείται ως εκ τούτου στη σχετική αγωγή να προσδιορίζονται και να αποτιμώνται οι παρεχόμενες στο συζυγικό οίκο υπηρεσίες, ώστε να δια­πιστώνεται, ύστερα από τη σύγκριση τους με τις επίσης χρηματικώς αποτιμώμενες οικογενειακές ανάγκες, εάν οι προμνημονευθείσες υπηρεσίες υπερβαίνουν και σε ποια έκταση το επιβαλλόμενο από τις ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις μέτρο συμβολής των συζύγων στις οικογενει­ακές τους ανάγκες. Σε κάθε περίπτωση, στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1400 § 3 ΑΚ, ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από τις προαναφερθείσες αιτίες, αφού είναι δεδομένη η ανυπαρξία συμβολής του έτερου συζύγου στην απόκτηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων. Έτσι, ο εναγόμενος απαλλάσσεται από το βάρος της αποδείξεως ότι ως προς τα περί ων ο λόγος περιουσιακά στοιχεία ελλεί­πει η συμβολή του ενάγοντος, διότι ήδη ex lege δεν εκλαμ­βάνονται αυτά ως αποκτήματα. Αν ωστόσο μετά την από­κτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων από τον ένα των συζύγων ο άλλος σύζυγος συμβάλλει στην κερδοφόρα αξι­οποίηση τους, πρέπει στην έκταση αυτήν τα σωζόμενα κέρ­δη να συνυπολογισθούν στην τελική περιουσία του υπό­χρεου συζύγου ως απόκτημα οφειλόμενο στη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (Βλ. ΑΠ 817/2013, ΑΠ 580/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Θ. Παπαχρίστου, Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δι­καίου, 2005, σ. 100 επ., Γ. Λέκκα, Σ.Ε.Α.Κ., τ. II, 2013, ά. 1400). Σύμφωνα εξάλλου με τη ρύθμιση του άρθρου 992 ΑΚ, οι αξιώσεις εκ της αποβολής από τη νομή παραγράφο­νται μετά ένα έτος από την αποβολή. Εκ της προπαρατεθείσας διατάξεως σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 984 § 1 και 987 ΑΚ συνάγεται ότι αφετήριο χρονικό σημείο της προμνημονευθείσας ενιαύσιας παραγραφής των αξιώ­σεων του νομέα από την αποβολή συνιστά η τελευταία (βλ. ΑΠ 861 /2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η προθεσμία αυτής της παραγραφής εκκινεί κατ` αρχήν ανεξαρτήτως της γνώσεως ή της άγνοιας του νομέα, αλλά, στην περίπτωση της αντιποιήσεως της νομής ακινήτου, η ρύθμιση του άρθρου 982 ΑΚ εξαρτά την απώλεια της από τη γνώση του νομέα, αν η αντιποίηση γίνεται από τον κάτοχο, ήτοι όταν αυτός εξω­τερικεύσει τη βούληση του να μην κατέχει εφεξής το πράγ­μα για λογαριασμό του νομέα, αλλά για τον εαυτό του ή κάποιον τρίτο (Βλ. ΑΠ 233/1982 ΝοΒ 30,1273, ΑΠ 135/1974 ΕΕΝ 41, 660, ΕφΑΘ 4777/2012 ΕφΑΔ 2013, 259, ΕφΑΘ 2639/2004 ΕλλΔνη 46, 579). Δυνάμει άλλωστε της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απα­γορεύεται ως καταχρηστική, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του. Για να θεωρηθεί λοιπόν καταχρηστική, απαιτείται η προφανής υπέρβαση των προειρημένων ορίων να προκύπτει από την προηγη­θείσα συμπεριφορά του δικαιούχου, τη διαμορφωθείσα στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα κατάσταση, τις εμφιλοχωρήσασες περιστάσεις ή έτερα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επιφέρουν την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κα­τά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοι­νωνικού ανθρώπου (Βλ. ΑΠ Ολ 16/2006, ΕλλΔνη 47,1330, ΑΠ Ολ 33/2005 ΕλλΔνη 2005, 1033, ΑΠ Ολ 7/2002 ΕλλΔνη 43, 681, ΑΠ Ολ 8/2001 ΕλλΔνη 42, 382, ΑΠ 9/2010, ΑΠ 2146/2009, ΑΠ 1246/2008, ΑΠ 630/2008, ΑΠ 556/2008, ΑΠ 523/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4225/2011 ΔΕΕ 2012, 56, ΕφΠειρ 572/2009 ΠειρΝομ 2010, 141, ΕφΑΘ 6608/2006 Ελ­λΔνη 48, 903). Διά προφορικής δηλώσεως του πληρεξου­σίου δικηγόρου της εναγομένης, καταχωρισθείσας στα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, και των κατατεθεισών επί της έδρας ενώ­πιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεων της (ά. 238 ΚΠολΔ), αυτή αρνείται αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυρι­ζόμενη, κατ` επέκταση και ορθή εκτίμηση, ότι: 1) έχει ενα­ντίον του ενάγοντος την προβαλλόμενη κατ` επίσχεση προς το αγωγικό δικαίωμα αποδόσεως της νομής των επίδικων ακινήτων ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση συμμετοχής στα αποκτήματα αυτού κατά τη διάρκεια της ήδη διακοπείσας άνω των τριών ετών έγγαμης συμβιώσεώς τους, που επιδικά­σθηκε εν μέρει μέσω της υπ` αριθμόν 221/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία έχει προσβληθεί με έφεση, 2) η ασκούμενη διά της αγωγής αξίωση έχει υποκύψει στην ενιαύσια παραγραφή και 3) το αγωγικό δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς, δο­θέντος ότι ο ενάγων έχει κατά κυριότητα άλλα δύο μη κατοικούμενα διαμερίσματα και την οικονομική δυνατότητα να διαμένει σε έτερο, πέραν των επίμαχων, ακίνητο, ενώ η εναγομένη, που ευρίσκεται σε κακή κατάσταση υγείας και δε διαθέτει σταθερή εργασία, και τα τρία τέκνα τους δεν μπορούν να ανεύρουν άλλη οικία, αφού σχηματίσθηκε σ` αυτούς εκ της από εξαετίας αποχωρήσεως του ενά­γοντος από τα επίδικα ακίνητα η πεποίθηση ότι δε θα αμ­φισβητούσε πλέον την παραμονή τους σ` αυτά, ενώ ενδε­χόμενη αποδοχή της ένδικης εκδικητικής αγωγής θα έχει ως συνέπεια να ανατραπεί η εκεί δημιουργηθείσα αυτοτέλεια τους. Ο πρώτος από τους προεκτεθέντες ισχυρισμούς τυγχάνει, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, διότι δεν εξειδικεύονται σ` αυτόν όλες οι απαιτούμενες εκ της ρυθμίσεως του άρθρου 1400 § 1 ΑΚ προϋποθέσεις στοι­χειοθετήσεως της αξιώσεως συμμετοχής στα αποκτήματα, δηλαδή η αύξηση της περιουσίας του ενάγοντος κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και η συμβολή της εναγομένης στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο, η οποία συμβολή πρέπει να προσδιορίζεται ως προς το είδος και την αξία της, δοθέντος ότι αντικείμενο της χρηματικής κατ` αρχήν αξιώσεως συμμετοχής στα αποκτήματα είναι η από­δοση της περιουσιακής αυξήσεως που προέκυψε κατά τη διάρκεια του γάμου για τον ένα σύζυγο (υπόχρεο) με τη συμβολή του έτερου (δικαιούχου) (ά. 262 § 1 ΚΠολΔ). Ο δεύτερος ισχυρισμός απορρίπτεται ως μη νόμιμος, διότι, επί αντιποιήσεως της νομής ακινήτου από τον κάτοχο αυ­τού, όπως συμβαίνει in casu, το αφετήριο χρονικό σημείο της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ ενιαύ­σιος παραγραφής των αξιώσεων του νομέα εκ της αποβο­λής του έγκειται στη γνώση αυτού περί της προδιαληφθείσας αντιποιήσεως από τον κάτοχο, ήτοι όταν αυτός εξω­τερικεύσει τη βούληση του να μην κατέχει εφεξής το πράγ­μα για λογαριασμό του νομέα, αλλά για τον εαυτό του ή κάποιον τρίτο (ά. 982 ΑΚ), ενώ η εναγομένη δεν αναφέρει στις προτάσεις της εάν και πότε επήλθε τέτοια γνώση του ενάγοντος, τοποθετώντας έτσι την έναρξη της προειρημένης παραγραφής σε άλλα μη προβλεπόμενα εκ του νόμου εναλλακτικά χρονικά σημεία (ά. 262 § 1 ΚΠολΑ). Ο τρίτος από τους ανωτέρω ισχυρισμούς είναι επίσης απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, δοθέντος ότι, ακόμη και αληθή υποτι­θέμενα τα προπαρατεθέντα πραγματικά περιστατικά, επί των οποίων ερείδεται, δεν αρκούν, ενόψει της μείζονος σκέψεως, προκειμένου να θεμελιώσουν την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως της υπό κρίση αξιώσεως, αφού δε μνημονεύονται από τον εναγόμενο ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες από την προηγηθείσα συμπε­ριφορά των διαδίκων, εξαιτίας των οποίων και της αδρά­νειας του ενάγοντος η επακολουθούσα άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της δημιουργηθείσας και διατηρηθείσας έως και την έγερση της ένδι­κης αγωγής ως άνω καταστάσεως, να εξέρχεται των επι­βαλλόμενων μέσω της ρυθμίσεως του άρθρου 281 ΑΚ προδιαληφθέντων ορίων (ά. 262 § 1 ΚΠολΔ).

Από την εκτίμηση της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρος της ενα­γομένης και της ανωμοτί εξετάσεως του ενάγοντος ως διαδίκου (ά. 415 επ. ΚΠολΔ), οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, απ` όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ` επικλήσεως εκ μέρους των διαδίκων έγγραφα, είτε προς άμε­ση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ά. 336 παρ. 3, 339, 395 και 432 επ. ΚΠολΔ), ορισμένα εκ των οποίων εγ­γράφων αναφέρονται ειδικώς κατωτέρω, δίχως να παραλείπεται κάποιο ως προς την ουσιαστική κρίση της ένδικης διαφοράς, και μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι επιδειχθείσες κατά την επ` ακροατηρίου διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και μη αμφισβητηθείσες ως προς τη γνησιότητα τους φωτογραφίες των επίμαχων ακινήτων (ά. 444 § 1 στοιχ. γ, 448 § 2 και 457 § 4 ΚΠολΔ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμ­βάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ά. 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστα­τικά: Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο, ο οποίος ιερολογήθηκε κατά τους κανόνες της Ευαγγελικής Εκ­κλησίας στην ... την 7.4.1980. Από το γάμο τους απέκτησαν την 13.3.1981, την 29.5.1984 και την 11.4.1990 τρία ήδη ενήλικα τέκνα, το Μ.-Τ., τον Ι.-Δ. η και την Ε.-Χ. αντιστοίχως. Διά της προ­σκομιζόμενης μετ` επικλήσεως εκδοθείσας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ` αριθμόν ... /12.6.2012 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, που έχει καταστεί αμετάκλητη (6λ. την υπ` αριθμόν .../4.9.2012 δήλωση των διαδίκων ενώπιον της Γραμ­ματέως του Πρωτοδικείου Πατρών περί της παραιτήσεως αυτών από κάθε τακτικό και έκτακτο ένδικο μέσο κατά της προμνημονευθείσας αποφάσεως και το εκδοθέν από την Ελευθέρα Ευαγ­γελική Εκκλησία της ... υπ` αριθμόν πρωτοκόλλου .../18.6.2013 διαζευκτήριο, που προσκομίζονται μετ` επικλήσεως), λύθηκε διά συναινετικού διαζυγίου ο προειρημένος γάμος των διαδίκων. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων είχε εντούτοις διασπασθεί του­λάχιστον από το έτος 2006, όπερ είχε ως απότοκο να υποχρε­ωθεί, μέσω της προσκομιζόμενης μετ` επικλήσεως υπ` αριθμόν 851/14.2.2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ο ενάγων να παραχωρήσει ένεκα λόγων επιείκειας στην εναγομένη προσωρινώς την αποκλειστική χρήση της ευρισκόμενης στον ..., επί της οδού ..., οικογενειακής στέγης των διαδίκων και των ανω­τέρω τέκνων τους. Η προδιαληφθείσα οικογενειακή στέγη αποτελείτο αφενός από το κείμενο στον ..., επί της οδού ..., οικό­πεδο, εκτάσεως 200 τ.μ., μετά της επ` αυτού ανεγερθείσας από τον ενάγοντα διώροφης οικοδομής με υπόγειο, συνολικού εμβα­δού 240 τ.μ., το οποίο έχει Κ.Α.Ε.Κ συνολική αξία 153.781 ευρώ και περιήλθε στον ενάγοντα κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή, δυνάμει του προσκομιζόμενου μετ` επικλήσεως υπ` αριθμόν .../17.12.1984 συμβολαιογραφικού εγ­γράφου της συμβολαιογράφου Πατρών Α. Δ., που μεταγράφη­κε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πα­τρών, στον τόμο ... και με αριθμό ..., λόγω πωλήσεως από τους αληθείς συγκυρίους, συννομείς και συγκατόχους Κ. Φ. και της Π. και Χ., και αφετέρου από το ευρισκόμενο στον ..., επί της οδού ..., οικόπεδο, εκτάσεως 182 τ.μ., το οποίο συνέχεται με το προπεριγραφέν, έχει Κ.Α.Ε.Κ. ... και αξία 48.739,60 ευρώ, ενώ πε­ριήλθε στον ενάγοντα κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή, διά του προσκομιζόμενου μετ` επικλήσεως υπ` αριθμόν .../6.11.1997 συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμ­βολαιογράφου Πατρών Α. Δ., που μεταγράφηκε νομίμως στα βι­βλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, στον τόμο ... και με αριθμό ..., ένεκα πωλήσεως από τις αληθείς συγκύριες, συννομείς και συγκατόχους Α. Ζ., και Μ. Σ., σε συνδυασμό προς το προσκομιζόμενο μετ` επικλήσεως υπ` αριθμόν .../23.12.1997 συμβολαιογραφικό έγγραφο της προαναφερθείσας συμβολαιογράφου περί καταργήσεως διαλυτικής αιρέσεως, που μεταγρά­φηκε νομίμως στα προμνημονευθέντα βιβλία μεταγραφών, στον τόμο ... και με αριθμό ....

Από την αγορά των ανωτέρω ακινήτων και την εκ μέρους των προηγούμενων νομέων τους-πωλητών παράδοση της νομής αυτών προς τον ενάγοντα, δηλαδή από την 17.12.1984 και την 6.11.1997 αντιστοίχως, ο τελευταίος άρχισε να τα νέμεται, ασκώντας επ` αυτών όλες τις προσιδιάζουσες στον κύριο πράξεις. Εξαιτίας της προειρημένης προσωρινής παραχωρήσεως της προπεριγραφείσας οικογενειακής στέγης στην εναγομένη, αυτή κατέστη κάτο­χος των ως άνω ακινήτων, ενώ ο παραχωρήσας την οικογενεια­κή στέγη ενάγων παρέμεινε κύριος και νομέας τους, ασκώντας πλέον τη νομή αυτού μέσω αντιπροσώπου και δη της προδιαληφθείσας κατόχου. Η προμνημονευθείσα προστασία της εναγομέ­νης διά της προσωρινής παραχωρήσεως με δικαστική απόφαση σ` αυτήν της οικογενειακής στέγης ιδιοκτησίας του εναγομένου αφορούσε όμως μόνο το χρονικό διάστημα της διακοπής της έγ­γαμης συμβιώσεως των διαδίκων και δεν επεκτείνεται στο χρόνο μετά την προειρημένη λύση του γάμου αυτών μέσω της προανα­φερθείσας αμετάκλητης αποφάσεως περί συναινετικού διαζυγί­ου, με την οποία παύουν αυτοδικαίως το ανωτέρω δικαίωμα της εναγομένης για αποκλειστική χρήση της προδιαληφθείσας οικογε­νειακής στέγης και η αντίστοιχη υποχρέωση του ενάγοντος, όπερ έχει ως περαιτέρω συνέπεια να έχει αποδυναμωθεί η ως άνω από­φαση ασφαλιστικών μέτρων, που, μεταξύ άλλων, υποχρέωσε τον ενάγοντα να παραχωρήσει προσωρινώς στην εναγομένη την απο­κλειστική χρήση της προπεριγραφείσας οικογενειακής στέγης. Ο ενάγων όχλησε λοιπόν την 28.9.2012, διά της προσκομιζόμενης μετ` επικλήσεως από 25.9.2012 εξώδικης δηλώσεως αυτού (βλ. την προσκομιζόμενη μετ` επικλήσεως υπ` αριθμόν .../28.9.2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Ι. Κ.), την εναγομένη να του αποδώσει τα προαναφερ­θέντα ακίνητα, αλλά αυτή αρνήθηκε μέσω της προσκομιζόμενης μετ` επικλήσεως επιδοθείσας στον ενάγοντα την 12.10.2012 από 10.10.2012 εξώδικης δηλώσεως της, αντιποιούμενη ως εκ τούτου τη νομή του ενάγοντος επί των ανωτέρω ακινήτων και αποβάλλο­ντας τον απ` αυτά παρανόμως ενόψει των προεκτεθέντων και χω­ρίς τη βούληση του. Η ενάγουσα δεν έχει ωστόσο αποδώσει μέχρι τούδε τα προμνημονευθέντα ακίνητα στον ενάγοντα, απορριπτό­μενου ως αβάσιμου του κατ` άρθρο 249 ΚΠολΔ αιτήματος της πε­ρί της αναστολής της παρούσας δίκης μέχρι την έκδοση τελεσίδι­κης αποφάσεως στη δίκη με αντικείμενο την εγερθείσα από την εναγομένη εναντίον του ενάγοντος αγωγή συμμετοχής στα απο­κτήματα, αφού η διάγνωση της ένδικης διαφοράς δεν εξαρτάται από την ύπαρξη αξιώσεως της εναγομένης εναντίον του ενάγο­ντος με αντικείμενο τη συμμετοχή της στα αποκτήματα αυτού κα­τά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως τους, έστω κι αν ζητεί­ται η αυτούσια απόδοση της συμβολής της εναγομένης σ` αυτά.

Κατ` ακολουθίαν των προπαρατεθέντων, πρέπει, ως προς το μέρος της που κρίθηκε νόμω βάσιμη, η ένδικη αγωγή να γίνει δε­κτή και κατ` ουσίαν, να αναγνωρισθεί ο ενάγων ως νομέας των προπεριγραφέντων και αναφερόμενων στο διατακτικό της πα­ρούσας αποφάσεως ακινήτων και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδώσει τη νομή τους στον ενάγοντα. Όσον αφορά το πα­ρεπόμενο αγωγικό αίτημα να κηρυχθεί η προειρημένη καταψηφιστική διάταξη της παρούσας αποφάσεως προσωρινώς εκτελε­στή, απαιτείται να γίνει δεκτό και ως ουσία βάσιμο, διότι η κα­θυστέρηση στην εκτέλεση της μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, δοθέντος ότι πρόκειται περί διαφοράς με αντικείμενο την αποβολή από τη νομή ακινήτων (ά. 907 και 908 § 1 στοιχ. ζ ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων απαιτείται άλλωστε να συμψηφισθούν στο σύνολο τους ένεκα της ιδιαιτέ­ρως δυσχερούς ερμηνείας των εφαρμοσθέντων παραπάνω κανό­νων δικαίου (ά. 106 και 179 ίη fine ΚΠολΔ). [...]

Ανακοινώσεις

  • E-mail επικοινωνίας ΕΟΔ

    Για εγγραφές νέων μελών, διευκρινίσεις σχετικά με τις εσπερίδες και τα ετήσια συνέδρια που διοργανώνει η Εταιρία Οικογενειακού Δικαίου, καθώς και κάθε συναφές ζήτημα με τη λειτουργία της ΕΟΔ, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αποστέλλουν e-mail στη διεύθυνση Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε..