Εταιρεία Οικογενειακού Δικαίου

Οι θρησκευτικοί γάμοι μουσουλμάνων της Θράκης που τελούνται από νόμιμους και μη νόμιμους Ιμάμηδες, η δικαστική αρμοδιότητα του Μουφτή και η εφαρμογή της σαρία

Άρθρο της Αθηνάς Κοτζάμπαση, Καθηγήτριας Αστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ, δημοσιευμένο σε ΕφΑΔ 10-11/2014, σελ. 802.

 

Αθηνά Κοτζάμπαση, Kαθηγήτρια Αστικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

 

Περίληψη: Η συγγραφέας, με την παρούσα μελέτη της, δίνει απαντήσεις σε τρία σημαντικά ερμηνευτικά ζητήματα: α) αν ισχύει μέχρι σήμερα το άρθρο 4 του Ν 147/1914 που προβλέπει την εφαρμογή της σαρία στις οικογενειακές σχέσεις για τους έλληνες μουσουλμάνους, β) ποιοι έλληνες μουσουλμάνοι υπάγονται στην σαρία και γ) ποιες οικογενειακές σχέσεις ρυθμίζονται από την σαρία και όχι από τον αστικό κώδικα. Επισημαίνει ότι στην αρμοδιότητα του Μουφτή υπάγονται μόνο οι θρησκευτικοί γάμοι των μουσουλμάνων της Θράκης για τα θέματα που αφορούν τη σύσταση του γάμου, τη διάσταση, το διαζύγιο και τα της συγγένειας των τέκνων, στο βαθμό που αφορούν τα τεκμήρια της καταγωγής του τέκνου από το γάμο και δεν υπάγονται στη δικαστική αρμοδιότητα του Μουφτή οι έννομες σχέσεις που απορρέουν από τις σχέσεις γονέων και τέκνων. Τέλος και οι Έλληνες Μουσουλμάνοι πρέπει να υπαχθούν στο κοινό ελληνικό δίκαιο, άποψη που υιοθέτησε και η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή «για την αναθεώρηση και βελτίωση του Οικογενειακού Δικαίου».

 

Εκατό χρόνια ακριβώς μετά τη θέση σε ισχύ του N 147/1914, που αφορά την εφαρμογή της σαρία στην Ελλάδα, η αρμοδιότητα του Μουφτή και η σαρία βρίσκονται ξανά στην επικαιρότητα με αφορμή πρόσφατες αρεοπαγιτικές αποφάσεις που αφορούν την ποινική καταδίκη του πατέρα, μουσουλμάνου στο θρήσκευμα, για κακόβουλη αθέτηση της υποχρέωσης διατροφής προς τη σύζυγο και τα τέκνα [1] . Ενώ για τις σχετικές αξιώσεις διατροφής είχαν ήδη εκδοθεί αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, το προδικαστικό ερώτημα που τέθηκε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ήταν, αν η αγωγή διατροφής για τη σύζυγο και τα τέκνα υπάγεται στην αρμοδιότητα του Μουφτή ή του Πρωτοδικείου, προκειμένου να κριθεί αν υπάρχει αναγνωρισμένη υποχρέωση διατροφής, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΠΚ. Έτσι, εκτός από τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του μεγάλου λατινοαμερικάνου συγγραφέα Γκαρσία Μαρκές, που βρίσκεται στην επικαιρότητα λόγω του πρόσφατου θανάτου του, είναι επίκαιρα σήμερα και τα εκατό χρόνια της «δικαιικής μοναξιάς» της Ελλάδας (1914-2014), δεδομένου ότι αποτελούμε τη μοναδική χώρα στην Ευρώπη που εφαρμόζει τη σαρία για τους πολίτες που είναι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα [2] . Τη νομοθετική αυτή πραγματικότητα θα προσπαθήσω να παρουσιάσω και ταυτόχρονα θα προσπαθήσω να οριοθετήσω το πεδίο εφαρμογής της σαρία, το υποκειμενικό και κυρίως το αντικειμενικό, σε σχέση με το σύνολο των οικογενειακών έννομων σχέσεων που ρυθμίζονται από τον αστικό κώδικα.

Ο N 147/1914, που αφορούσε την επέκταση της νομοθεσίας στις προσαρτώμενες χώρες και τη δικαστική οργάνωση των Νέων Χωρών μετά την απελευθέρωση (της Βόρειας Ελλάδας) το 1912 [3] , καθιέρωνε στο άρθρο 4 την εφαρμογή της σαρία για τους μουσουλμάνους στις νέες χώρες, δηλαδή τους μη ανταλλάξιμους πληθυσμούς. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 4 του N 147/1914, αναφέρεται ότι: «Τα του γάμου των εις μουσουλμανικόν ή ισραηλιτικόν θρήσκευμα ανηκόντων, ήτοι τ’ αφορώντα εις την νόμιμον σύστασιν και την διάλυσιν του γάμου και εις τας συνεστώτος αυτού προσωπικάς σχέσεις των συζύγων και τα των συγγενικών δεσμών διέπονται υπό του ιερού αυτών νόμου και κρίνονται κατ’ αυτόν». Ο νόμος αυτός ψηφίστηκε μετά τη Συνθήκη των Αθηνών της 1/14.11.1913, η οποία κυρώθηκε με το N 4213/1913 και αφορούσε τη Συμφωνία περί ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας [4] .

Σε συνέχεια του N 147/1914, ψηφίστηκε ο N 2345/1920, ο οποίος όριζε τη δικαστική αρμοδιότητα των μουφτήδων, στο άρθρο 10 παρ. 1 «Οι Μουφτήδες πλην των θρησκευτικών αυτών καθηκόντων ...ασκούσι δικαιοδοσίαν μεταξύ μουσουλμάνων επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών (νεφακά), επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον διέπονται υπό του ιερού μουσουλμανικού νόμου και έχουσι γνωμοδοτικήν αρμοδιότητα επί παντός ζητήματος θρησκευτικού, κληρονομικού ή οικογενειακού των μωαμεθανών δικαίου». Το άρθρο αυτό περιελήφθη αυτούσιο στο άρθρο 8 του ΕισΝΚΠολΔ με την εισαγωγή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας το 1968/1971 και επανελήφθη αυτούσιο στο άρθρο 5 παρ. 2 του N 1920/1991 με την προσθήκη ότι: «Ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία μεταξύ μουσουλμάνων Ελλήνων πολιτών [εντός] τ η ς π ε ρ ι φ έ ρ ε ι α ς τ ο υ ...». Επιπλέον, στο άρθρο 5 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται, για πρώτη φορά, ότι οι αποφάσεις του Μουφτή κηρύσσονται εκτελεστές από το μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειας (κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας) όπου εδρεύει ο Μουφτής, το οποίο ερευνά αν αυτές εκδόθηκαν μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του Μουφτή και αν οι διατάξεις που εφαρμόστηκαν αντίκεινται στο Σύνταγμα. Με αυτό τον τρόπο, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των ρυθμίσεων της σαρία περιέρχεται στην αρμοδιότητα των Δικαστηρίων και μάλιστα του Δικαστή των Μονομελών Πρωτοδικείων της Θράκης.

Τρία είναι τα ερμηνευτικά ζητήματα που, νομίζω, ότι τίθενται σήμερα και στα οποία θα προσπαθήσω να απαντήσω [5] : Το πρώτο ερώτημα αναφέρεται στο α ν ι σ χ ύ ε ι μέχρι σήμερα το άρθρο 4 του N 147/1914 που προβλέπει την εφαρμογή της σαρία στις οικογενειακές σχέσεις για τους έλληνες μουσουλμάνους· το δεύτερο ερώτημα αφορά το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της σαρία, δηλαδή π ο ι ο ι έλληνες μουσουλμάνοι υπάγονται στην σαρία, δηλαδή αν υπάγονται μόνο οι κάτοικοι της Θράκης ή όλης της Ελλάδας (ημεδαποί ή και αλλοδαποί), εάν δηλαδή πρόκειται για διαπροσωπικό δίκαιο· και το τρίτο ερώτημα αναφέρεται στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της σαρία, δηλαδή π ο ι ε ς οικογενειακές έννομες σχέσεις ρυθμίζονται από τη σαρία και όχι από τον αστικό κώδικα, ενώ, μετά τις πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις, αναφύεται και ένα άλλο -σοβαρό- ζήτημα σχετικά με την ιεροπραξία των μη αναγνωρισμένων από τη Μουφτεία θρησκευτικών λειτουργών (ψευδομουφτήδων) [6] και το κύρος των γάμων που τελούνται από αυτούς καθώς και η δικαστική αρμοδιότητα του διορισμένου από την Πολιτεία Μουφτή επί αυτών των γάμων.

Στο πρώτο ερώτημα, σχετικά με τ η ν ι σ χ ύ μέχρι σήμερα του άρθρου 4 του N 147/1914, πρέπει να ειπωθεί ότι ουδέποτε, μέχρι σήμερα, υπήρξε ρητή κατάργησή του, παρά τις ρηξικέλευθες νομοθετικές ρυθμίσεις που υπήρξαν τόσο με την εισαγωγή του αστικού κώδικα, το 1946, όσο και αργότερα με τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου με το N 1329/1983, η οποία αφορούσε τη συνολική μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου με την εισαγωγή της ισονομίας ανδρών και γυναικών στις οικογενειακές σχέσεις αλλά ούτε και νωρίτερα, με το N 1250/1982 για τον πολιτικό γάμο και την καθιέρωση του διαζευκτικού συστήματος για τον τύπο της τέλεσης γάμου (πολιτικός ή θρησκευτικός). Ωστόσο, με την εισαγωγή του αστικού κώδικα (1946), στο άρθρο 6 του ΕισΝΑΚ, υπήρξε ρητή κατάργηση της αρμοδιότητας των εκκλησιαστικών δικαστηρίων μόνο για τους έλληνες ισραηλίτες, γεγονός που οδήγησε, εξ αντιδιαστολής, στην ερμηνεία ότι δεν καταργήθηκε η αρμοδιότητα του Μουφτή και επομένως η εφαρμογή της σαρία [7] .

Αντίθετα μάλιστα, με το N 1329/1983 επαναδιατυπώθηκαν τα άρθρα 1416 και 1446 ΑΚ, που ορίζουν ότι οι διατάξεις του τέταρτου κεφαλαίου και του πέμπτου κεφαλαίου του οικογενειακού δικαίου, που ρυθμίζουν τις προσωπικές σχέσεις των συζύγων και το διαζύγιο, ισχύουν ανεξάρτητα από το δόγμα ή το θρήσκευμα των συζύγων και το θρησκευτικό ή πολιτικό τύπο του γάμου, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά. Δηλαδή, ο αστικός κώδικας στα (επαναδιατυπωμένα) αυτά άρθρα -το 1416 και 1446 ΑΚ-, διατηρεί επιφύλαξη σχετικά με την έκταση εφαρμογής του και, από όσο έχει ερευνηθεί [8] , το άρθρο 4 του N 147/1914 αποτελεί τη μοναδική περίπτωση εξαίρεσης. Αντίθετα, σε δικονομικό επίπεδο, η αρμοδιότητα του Μουφτή ρυθμίστηκε επανειλημμένα, εκτός από τον πρωταρχικό N 2345/1920, στη συνέχεια στο άρθρο 8 του ΕισΝΚΠολΔ το 1968 και σχετικά πρόσφατα, το 1991, με το N 1920/1991, όπως ήδη ειπώθηκε.

Στη θεωρία, ωστόσο, είχε ήδη υποστηριχθεί από τον καθηγητή Κουμάντο [9] η γνώμη ότι έχουμε όχι ρητή αλλά σιωπηρή κατάργηση της εφαρμογής της σαρία για τους έλληνες μουσουλμάνους με τα επιχειρήματα: (α) ότι οι δικονομικές ρυθμίσεις για την αρμοδιότητα του Μουφτή στον κώδικα πολιτικής δικονομίας του 1968, δεν μπορούν να θεμελιώσουν -από μόνες τους- την εφαρμογή ενός κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή της σαρία και (β) ότι με την εισαγωγή του αστικού κώδικα καταργήθηκαν, με το άρθρο 2 ΕισΝΑΚ, όλες οι διατάξεις που είναι αντίθετες σε διεθνείς κανόνες με υπερνομοθετική ισχύ και, επομένως, έμμεσα και η εφαρμογή της σαρία. Η άποψη αυτή για τη σιωπηρή κατάργηση της σαρία δεν φαίνεται να είναι η κρατούσα, αφού η αρμοδιότητα του Μουφτή ρυθμίστηκε επανειλημμένα από την Ελληνική Πολιτεία, πρόσφατα μάλιστα με το N 1920/1991, ενώ το πεδίο εφαρμογής της απασχόλησε και απασχολεί εκτεταμένα, ακόμα και σήμερα, τα πολιτικά δικαστήρια. Ωστόσο, με βάση τις θεμελιακές νομοθετικές αλλαγές που επήλθαν στο οικογενειακό δίκαιο κατά τη διάρκεια του αιώνα, προκύπτουν σ ημ α ν τ ι κ έ ς  ο ρ ι ο θ ε τ ή σ ε ι ς στην εφαρμογή της σαρία στην Ελλάδα τόσο ως προς το αντικείμενο όσο και ως προς τα υποκείμενα και αυτές θα προσπαθήσω να παρουσιάσω.

Καταρχήν, μετά την εισαγωγή του πολιτικού γάμου, το 1982, η εφαρμογή της σαρία περιορίζεται μ ό ν ο στους θρησκευτικούς γάμους των μουσουλμάνων, εφόσον στην αρμοδιότητα του Μουφτή μπορεί να υπαχθεί μόνο η σύσταση ενός θρησκευτικού γάμου και κατά συνέπεια και η λύση, ενώ οι πολιτικοί γάμοι των ελλήνων μουσουλμάνων ενώπιον του δημάρχου ή του Προέδρου της Κοινότητας που δεν έχουν θρησκευτική υπόσταση ρυθμίζονται από τον αστικό κώδικα και υπάγονται ως προς τις οικογενειακές διαφορές στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων [10] . Επομένως, μετά την εισαγωγή του πολιτικού γάμου με το N 1250/1982, η εφαρμογή της σαρία και η αρμοδιότητα του Μουφτή, περιορίστηκε μόνο στους θρησκευτικούς γάμους των ελλήνων μουσουλμάνων [της Θράκης], ενώ οι πολιτικοί γάμοι υπάγονται στις ρυθμίσεις του αστικού κώδικα και στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων [11] .

Ωστόσο, μέσα στο πλαίσιο αυτό, ανακύπτει ένα νέο ζήτημα με αφορμή τις πρόσφατες αποφάσεις 1588/2011 και 934/2012 του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που αφορούν την καταδίκη του πατέρα για κακόβουλη αθέτηση της υποχρέωσης διατροφής προς τη σύζυγο και τα τέκνα, ενώ η (αστική) αξίωση διατροφής για τη σύζυγο και τα τέκνα και η ρύθμιση της γονικής μέριμνας των τέκνων ήχθη ενώπιον του Αρείου Πάγου και εκδόθηκε πρόσφατα η ΑΠ 2138/2013 (πολιτικό τμήμα), που αναίρεσε την ΕφΘρ 489/2011. Ως προδικαστικό θέμα στις εν λόγω αποφάσεις τέθηκε το ερώτημα, όπως ήδη ειπώθηκε, αν πρόκειται για αναγνωρισμένη υποχρέωση διατροφής [12] , δηλαδή αν υπήρχε δικαστική απόφαση που καθόριζε και καταδίκαζε τον πατέρα στην καταβολή διατροφής και έμμεσα τέθηκε το ζήτημα της δικαστικής αρμοδιότητας του Μουφτή σε σχέση με την αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων.

Ο Μουφτής εξέδωσε απόφαση επί της διατροφής της συζύγου και των τέκνων, ύψους 2000 ευρώ, την οποία στη συνέχεια ανακάλεσε (με το έγγραφο με αρ. πρωτ. 101/17-12006), με το σκεπτικό ότι δεν πρόκειται για θρησκευτικό γάμο αλλά για πολιτικό γάμο, για τον οποίο δεν έχει δικαστική αρμοδιότητα ο ίδιος, κρίνοντας όμως -και αυτό είναι κρίσιμο- ότι ο γάμος των διαδίκων που έγινε από τον Ιμάμη του Ιερού Τεμένους Κιμμερίων Νομού Ξάνθης (1994) είναι πολιτικός και όχι θρησκευτικός, επειδή δεν καταχωρήθηκε στη Μουφτεία Ξάνθης αλλά στο ληξιαρχείο της Ξάνθης.

Με βάση την σκέψη αυτή τίθεται όμως ένα περαιτέρω ερώτημα, που αφορά την ανάγκη οριοθέτησης ανάμεσα σε ένα ζήτημα ουσιαστικού δικαίου (που αναφέρεται στην ίδια την υπόσταση του γάμου) και σε ένα ζήτημα δικονομικού δικαίου (που αφορά την αρμοδιότητα του Μουφτή). Ο Μουφτής έχει την θρησκευτική αρμοδιότητα να κρίνει το υποστατό ή το ανυπόστατο του θρησκευτικού γάμου των μουσουλμάνων αλλά δεν μπορεί να χαρακτηρίσει ως πολιτικό ένα γάμο μουσουλμάνων που δεν τελέστηκε από τον πρόεδρο της Κοινότητας αλλά από έναν Ιμάμη [13] , δηλαδή η γνωμοδοτική αρμοδιότητα του Μουφτή περιορίζεται καταρχήν στην κρίση για την υπόσταση του θρησκευτικού γάμου. Ωστόσο, ο Μουφτής, στο πλαίσιο της δικαστικής του αρμοδιότητας, πιστεύω ότι έχει τη δυνατότητα να ορίσει ή και να περιορίσει τη δικαστική αρμοδιότητά του με βάση τη νομιμότητα της τέλεσης του θρησκευτικού γάμου, δηλαδή να περιορίσει τη δικαστική αρμοδιότητά του μόνο για τη λύση των γάμων εκείνων που τελούνται από τους νόμιμα διορισμένους ιμάμηδες και να παραπέμψει τους γάμους που τελούνται από [ψευδο]-ιερείς ή που καταχωρούνται στο Ληξιαρχείο και όχι στη Μουφτεία στα πολιτικά δικαστήρια.

Στη συνέχεια γεννιέται το ερώτημα σχετικά με το κύρος των γάμων αυτών, όταν κρίνονται από τα πολιτικά δικαστήρια. Οι θρησκευτικοί γάμοι των μουσουλμάνων που τελούνται από μη αναγνωρισμένους ιμάμηδες ή καταχωρούνται στα Ληξιαρχεία και όχι στη Μουφτεία, είναι υποστατοί και έγκυροι κατά τον αστικό κώδικα, όχι βέβαια ως πολιτικοί γάμοι αλλά ως θρησκευτικοί γάμοι, επειδή ανυπόστατος γάμος είναι μόνο ο γάμος για τον οποίο δεν έχει τηρηθεί καθόλου κάποιος τύπος, σύμφωνα με το άρθρο 1372 ΑΚ, ανεξάρτητα εάν ο θρησκευτικός λειτουργός που τον τέλεσε είναι ή όχι αναγνωρισμένος, εφόσον πρόκειται για θρήσκευμα γνωστό στην Ελλάδα.

Με άλλα λόγια, η αναγνώριση ή μη του θρησκευτικού λειτουργού (νόμιμος ή μη νόμιμος) δεν επηρεάζει μεν την υπόσταση του θρησκευτικού γάμου των μουσουλμάνων, κατά τον αστικό κώδικα, αλλά δεν μπορεί να θεμελιώσει ταυτόχρονα και την δικαστική αρμοδιότητα του Μουφτή ως ιεροδίκη. Επομένως, στο προδικαστικό ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου, -ο οποίος αρκέστηκε απλώς στη διαπίστωση της ύπαρξης δικαστικής απόφασης των πολιτικών δικαστηρίων για τη διατροφή, χωρίς να κρίνει την υπόσταση του γάμου και την οριοθέτηση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων σε σχέση με εκείνη του Μουφτή-, είναι ορθό να δεχθούμε ότι ο θρησκευτικός γάμος από μη αναγνωρισμένο ιμάμη είναι υποστατός αλλά οι διαφορές που ανακύπτουν επιλύονται από τα πολιτικά δικαστήρια, δεδομένου ότι η δικαστική αρμοδιότητα του Μουφτή δεν εκτείνεται σε θρησκευτικούς γάμους που δεν αναγνωρίζονται από αυτόν και γι’ αυτό δεν καταχωρούνται στα βιβλία της Μουφτείας. Συμπερασματικά, οι θρησκευτικοί γάμοι που τελούνται από μη αναγνωρισμένους θρησκευτικούς λειτουργούς, μουφτήδες ή ιμάμηδες είναι υποστατοί ως θρησκευτικοί γάμοι σύμφωνα με τον αστικό κώδικα, κατά το άρθρο 1372 ΑΚ, αλλά δεν θεμελιώνουν ταυτόχρονα και τη δικαστική αρμοδιότητα του Μουφτή, επειδή ως θρησκευτικοί γάμοι τελούνται από μη αναγνωρισμένο θρησκευτικό λειτουργό. Το ίδιο ισχύει για όλα τα θρησκεύματα, όπως και για τους ορθόδοξους χριστιανούς, όταν πρόκειται για γάμο που τελείται από ιερέα μη αναγνωρισμένο, για παράδειγμα από ιερέα παλαιοημερολογίτη, που δεν αναγνωρίζεται από την Εκκλησία της Ελλάδος.

Το επόμενο ερώτημα που ανακύπτει, αναφέρεται στο εφαρμοστέο δίκαιο στη διάσταση και το διαζύγιο των μουσουλμάνων εκείνων που έχουν τελέσει θρησκευτικό γάμο. Όταν, ωστόσο, τα ελληνικά δικαστήρια κρίνουν οικογενειακές έννομες σχέσεις μουσουλμάνων (διαζύγιο, περιουσιακές σχέσεις, διατροφή/ες, επιμέλεια τέκνων) είναι, νομίζω, αυτονόητο ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις του αστικού κώδικα και όχι η σαρία.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση (διακοπή της συμβίωσης μετά από επανειλημμένη κακοποίηση της συζύγου), ο σύζυγος επικαλείτο ότι στις έννομες σχέσεις με τη σύζυγό του και τα παιδιά κατά τη διάσταση, δικαστική αρμοδιότητα έχει ο Μουφτής και εφαρμόζεται η σαρία, επειδή ο γάμος του τελέστηκε θρησκευτικά από Ιμάμη, αλλά ο Μουφτής (εσφαλμένα) παρέπεμψε την υπόθεση στα πολιτικά δικαστήρια κρίνοντας ότι ο γάμος είναι πολιτικός, επειδή καταχωρήθηκε στο Ληξιαρχείο Ξάνθης και όχι στη Μουφτεία.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης στην υπ’ αριθμ. 125/2009 απόφασή του δέχτηκε, ορθά κατά τη γνώμη μου, ότι οι διατάξεις που ρυθμίζουν την εφαρμογή της σαρία είναι εξαιρετικό δίκαιο και δεν επιδέχονται διασταλτική ερμηνεία, επομένως τα θέματα της διατροφής και της επιμέλειας των τέκνων ανήκουν στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων και, εν πάση περιπτώσει, οι διατάξεις του κορανίου που ρυθμίζουν την επιμέλεια με βάση το φύλο των τέκνων αλλά και το φύλο του γονέα είναι αντίθετες προς το Σύνταγμα και συγκεκριμένα στα άρθρα 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 , 2 και 21 καθώς και στο 13, που κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία υπό την αρνητική της μορφή [14] . Την απόφαση αυτή ανέτρεψε το Εφετείο Θράκης με την υπ’ αριθμ. 489/ 2011 απόφασή του, δεχόμενο ότι ναι μεν το Πρωτοδικείο είχε αρμοδιότητα να δικάσει την υπόθεση, έπρεπε ωστόσο να εφαρμόσει στην προκείμενη περίπτωση τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο, δηλαδή το άρθρο 974 οθωμανικού Αστικού Κώδικα, επειδή με τις Συνθήκες των Σεβρών και της Λωζάνης διαμορφώνονται νομοθετικές διατάξεις προστατευτικές για τους μουσουλμάνους υπηκόους που αποτελούν ειδικό δίκαιο και δεν αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Σ ούτε στο 6 της ΕΣΔΑ. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε πρόσφατα από τον Άρειο Πάγο με την υπ’ αριθμ. 2138/2013 που δέχτηκε, πρώτον, ότι η κρίση του Μουφτή περί της δικαιοδοτικής αρμοδιότητάς του μόνον για τους θρησκευτικούς γάμους που καταχωρούνται στη Μουφτεία είναι ανέλεγκτη και, δεύτερον, όταν η υπόθεση εισάγεται στα πολιτικά δικαστήρια κρίνεται κατά το κοινό οικογενειακό δίκαιο, επειδή οι κανόνες του Ιερού Νόμου δεν είναι δίκαιο ενταγμένο σε δικαιικό σύστημα δυνάμενο να εξελιχθεί ώστε να είναι πρακτικώς εφαρμόσιμο με δικαστικά κριτήρια, ενώ η εφαρμογή του συνδέεται αναπόσπαστα με τη δικαιοδοτική αρμοδιότητα του Μουφτή και για το λόγο αυτό αναίρεσε την απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.

Ωστόσο, όταν οι διαφορές φέρονται ενώπιον του Μουφτή και αυτό αφορά κυρίως το διαζύγιο με αποπομπή της συζύγου που κηρύσσεται από τη Μουφτεία με βάση τη σαρία, είναι απαραίτητο η απόφαση να ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια για την μη αντίθεσή της σε συνταγματικές διατάξεις σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 N 1920/1991. Ο έλεγχος αυτός όμως σπανίως γίνεται, όπως προκύπτει από σχετική έρευνα [15] .

Ο θρησκευτικός γάμος των μουσουλμάνων είναι, ωστόσο στην ουσία του, ένας πολιτικός γάμος, που περιλαμβάνει μόνο τη συμφωνία για την αποζημίωση της γυναίκας σε περίπτωση αποπομπής της από τον άνδρα, το λεγόμενο νικιάχ, και τη συμφωνία για τις γαμήλιες δωρεές. Από τα πολιτικά δικαστήρια, κυρίως των Δωδεκανήσων, έχει ήδη κριθεί επανειλημμένα ότι ο γάμος είναι έγκυρος και χωρίς να έχει υπάρξει αυτή η συμφωνία, όπως επίσης ότι η επιστροφή της συμφωνηθείσης γαμήλιας δωρεάς -του νικιάχ- και των ανταλλαγέντων δώρων γάμου, κατά τη σαρία και τα μουσουλμανικά έθιμα, δεν είναι δυνατή με αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, επειδή αυτά αφορούν θεσμούς της σαρία και όχι του αστικού δικαίου [16] . Βέβαια με το σκεπτικό αυτό, στις παλαιότερες αποφάσεις συνέβαινε, κατά αποτέλεσμα, η σύζυγος να αποπέμπεται μεν, χωρίς όμως να λαμβάνει τη συμφωνημένη αποζημίωση (νικιάχ). Πρόσφατα όμως κρίθηκε, σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, ότι η συμφωνία για τις γαμήλιες δωρεές και για την επιστροφή τους δεν είναι έγκυρη, επειδή η βούληση για τη διατήρηση ή όχι του γάμου πρέπει να είναι απαλλαγμένη από εξαναγκασμό [17] και με βάση αυτό το αιτιολογικό το δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα της γυναίκας να ζητήσει τη δικαστική μεσεγγύηση για τα γαμήλια δώρα που της ανήκαν και κινδύνευαν να εκποιηθούν από το σύζυγο.

Το δεύτερο ερμηνευτικό ζήτημα, όπως ήδη ανέφερα, αναφέρεται στο υ π ο κ ε ι μ ε ν ι κ ό πεδίο εφαρμογής της σαρία, εάν, δηλαδή, η δικαστική αρμοδιότητα του Μουφτή περιλαμβάνει όλους τους θρησκευτικούς γάμους των μουσουλμάνων της Ελλάδας και κατ’ αυτό τον τρόπο, αν θεμελιώνεται διαπροσωπικό δίκαιο των μουσουλμάνων ή εάν αφορά μόνο τους γάμους των μουσουλμάνων που είναι κάτοικοι της Θράκης.

Το ζήτημα αυτό ανέκυψε με βάση, κυρίως, τη διασταλτική ερμηνεία σχετικά με το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της σαρία που δέχτηκε, με παλαιότερη απόφασή του, ο Άρειος Πάγος [18] . Επρόκειτο για ένα ζευγάρι Αιγυπτιωτών, από την Αλεξάνδρεια, κατοίκων στη συνέχεια Αθηνών και μουσουλμάνων στο θρήσκευμα· ο Έλληνας σύζυγος έγινε μουσουλμάνος προκειμένου να μπορέσει να τελέσει γάμο με τη γυναίκα του που ήταν μουσουλμάνα. Σε αγωγή διατροφής της συζύγου κατά του συζύγου της, όταν πλέον ήταν κάτοικοι Αθηνών, ο Άρειος Πάγος δέχτηκε ότι δικαστική αρμοδιότητα για την αγωγή διατροφής έχει ο Μουφτής και όχι τα πολιτικά δικαστήρια και επομένως ορθώς παραπέμφθηκε η υπόθεση για εκδίκαση στον Μουφτή Θράκης. Η απόφαση αυτή συντάσσεται με τη γνώμη ότι ο N 147/1914 καθιερώνει ένα διαπροσωπικό δίκαιο για όλους τους μουσουλμάνους [19] , με αποτέλεσμα να υποστηρίζεται η γνώμη ότι η σαρία εφαρμόζεται σε όλους τους έλληνες μουσουλμάνους πλην των Δωδεκανησίων, για τους οποίους υπάρχει άλλη αρεοπαγιτική απόφαση που τους εξαιρεί ρητά από την εφαρμογή της σαρία [20] .

Η παραπάνω άποψη θεωρώ ότι δεν ήταν ορθή, επειδή προέβη σε διασταλτική ερμηνεία των υποκειμενικών ορίων της εφαρμογής ενός εξαιρετικού δικαίου, όπως είναι η εφαρμογή της σαρία, -σκέψη που διατυπώνεται και στην πρόσφατη απόφαση ΑΠ 1588/2011, σελ. 9 στη Νόμος-, και δεύτερον, επειδή, σήμερα πλέον, με το N 1920/1991 η αρμοδιότητα του Μουφτή περιορίζεται ρητά μόνο εντός της περιφέρειάς του και άρα μόνο για τους διαδίκους εκείνους (έλληνες μουσουλμάνους) που έχουν την κατοικία τους εντός της διοικητικής περιφέρειας των τριών Μουφτειών (Ξάνθης, Κομοτηνής και Διδυμοτείχου). Επομένως, στην δικαστική αρμοδιότητα του Μουφτή υπάγονται μόνο οι μουσουλμάνοι της Θράκης και όχι οι μουσουλμάνοι όλης της Ελλάδας, με βάση τη βούληση του ιστορικού νομοθέτη αλλά και τη ρητή πλέον διατύπωση του N 1920/1991.

Το τρίτο ζήτημα είναι ποιες οικογενειακές έννομες σχέσεις υπάγονται στη δικαστική αρμοδιότητα του Μουφτή, δηλαδή το α ν τ ι κ ε ι μ ε ν ι κ ό πεδίο εφαρμογής της σαρία.

Καταρχήν, θα πρέπει να δεχθούμε ότι κανόνα ουσιαστικού δικαίου περιέχει μόνο το άρθρο 4 του N 147/1914 και επομένως υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μουφτή μόνο όσες προβλέπονται από το άρθρο αυτό ότι διέπονται από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, εφόσον μια δικονομικού δικαίου διάταξη δεν μπορεί να θεμελιώσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου με την έννοια του εφαρμοστέου δικαίου. Άρα, για τον καθορισμό των οικογενειακών σχέσεων που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Μουφτή εφαρμοστέα είναι η ρύθμιση του άρθρου 4 του N 147/1914 και όχι εκείνη του άρθρου 10 του N 2345/1920, για την αρμοδιότητα του Μουφτή, που επαναλαμβάνεται στο άρθρο 8 του ΕισΝΚΠολΔ και στο άρθρο 5 παρ. 2 του N 1920/1991 και είναι ευρύτερη. Παράλληλα, από πλευράς αστικού δικαίου, για την οριοθέτηση της εφαρμογής του αστικού κώδικα στις οικογενειακές σχέσεις, κρίσιμες είναι οι δύο διατάξεις του οικογενειακού δικαίου (1416 και 1446 ΑΚ), οι οποίες είναι οι μόνες διατάξεις του αστικού κώδικα που διατυπώνουν την επιφύλαξη σχετικά την έκταση εφαρμογής αστικού κώδικα στα συγκεκριμένα θέματα.

Με βάση τον συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων (άρθρο 4 N 147/14 και 1416 και 1446 ΑΚ), στην αρμοδιότητα του Μουφτή υπάγονται μόνο η σύσταση του γάμου, οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων στο γάμο και κατά τη διάσταση, το διαζύγιο και τα της συγγένειας των τέκνων, στο βαθμό που αφορούν τα τεκμήρια της καταγωγής του τέκνου από το γάμο [21] και δεν υπάγονται στη δικαστική αρμοδιότητα του Μουφτή οι οικογενειακές σχέσεις που αφορούν τη ρύθμιση της επιμέλειας και της επικοινωνίας των τέκνων [22] κατά τη διάσταση και μετά το διαζύγιο, όπως επίσης και η διατροφή των τέκνων, η δικαστική αναγνώριση του τέκνου [23] , η υιοθεσία [24] , η αναδοχή τέκνου και η επιτροπεία. Με άλλα λόγια, οι έννομες σχέσεις που απορρέουν από τις σχέσεις γονέων και τέκνων δεν ρυθμίζονται από τη σαρία, όπως κρίθηκε, ορθά και κατ’ επανάληψη, αλλά ανήκουν στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων [25] .

Αντίθετα, η αποζημίωση της γυναίκας λόγω λύσης του γάμου (νικιάχ) και η διατροφή επί διακοπής της συμβίωσης για τους τρεις μήνες, το περίφημο νεφακά, υπάγονται καταρχήν στην αρμοδιότητα του Μουφτή, μολονότι υπάρχει δικαστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης [26] , ήδη από το 1920, που δέχεται ότι η αξίωση διατροφής δεν είναι αξίωση προσωπικής φύσης αλλά και περιουσιακής και γι’ αυτό υπάγεται στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων.

Ένα τελευταίο ζήτημα αναφέρεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας των κανόνων της σαρία, που οφείλει να κάνει το δικαστήριο κατά την κήρυξη της εκτελεστότητας της απόφασης διαζυγίου του Μουφτή.

Καταρχήν σε σχέση με την τέλεση του γάμου, ενώ η αντιπροσώπευση επιτρέπεται από τη σαρία, το Υπουργείο Εσωτερικών απαγορεύει ορθά την καταχώριση στο Ληξιαρχείο γάμων που τελούνται με νόμιμο ή εκούσιο αντιπρόσωπο του μελλονύμφου, επειδή μια τέτοια πρακτική οδηγεί στους αναγκαστικούς γάμους κυρίως των ανήλικων κοριτσιών, με τους οποίους παραβιάζεται η βασική αρχή του οικογενειακού δικαίου για την ελευθερία της σύναψης γάμου και, επομένως, η τέλεσή τους έρχεται σε αντίθεση με την ελληνική δημόσια τάξη και το άρθρο 21 του Συντάγματος.

Ζητήματα αντισυνταγματικότητας της σαρία μπορεί επίσης να τεθούν από τη διαφορετική θεμελίωση του δικαιώματος διάζευξης για τον άνδρα και τη γυναίκα, κυρίως στις περιπτώσεις που το δικαίωμα διάζευξης επιτρέπεται στη γυναίκα μόνο μετά παραίτηση από τη συμφωνηθείσα στο γάμο αποζημίωση (νικιάχ), όταν ο λόγος του κλονισμού είναι υπαίτιος και αφορά αποκλειστικά τον άνδρα. Δηλαδή, το επιτίμιο (η απώλεια της αποζημίωσης) περιορίζει στην ουσία το δικαίωμα διάζευξης της γυναίκας, ενώ ο κλονιστικός λόγος βαρύνει το σύζυγο, όπως π.χ. στην ΑΠ 1588/2011 που ο λόγος κλονισμού ήταν η βάναυση κακοποίηση της συζύγου. Παράλληλα, για λόγους ισότητας ενώπιον του νόμου των ελλήνων πολιτών (άρθρο 4 παρ. 1 Σ), οι μουσουλμάνοι σύζυγοι, εφόσον επιθυμούν τη συναινετική λύση του γάμου, έχουν τη δυνατότητα (συντρέχουσα αρμοδιότητα) της προσφυγής στα πολιτικά δικαστήρια.

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι με τη συνταγματική κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας στο άρθρο 13 Σ, δεν συντρέχει πλέον ιδιαίτερος λόγος προστασίας της μουσουλμανικής μειονότητας, εφόσον όλοι οι πολίτες απολαμβάνουν τη θρησκευτική ελευθερία. Αντίθετα μάλιστα καθηλώνει τη μουσουλμανική μειονότητα σε αναχρονιστικές πρακτικές που εισάγουν διάκριση μεταξύ των ελλήνων πολιτών με βάση το θρήσκευμα αλλά κυρίως συντηρεί αναχρονιστικές ρυθμίσεις και διακρίσεις με γνώμονα το φύλο, εφόσον το δικαίωμα διάζευξης για τον άνδρα και τη γυναίκα και οι συνέπειες της λύσης του γάμου ρυθμίζονται διαφορετικά και σε βάρος της γυναίκας, κυρίως σχετικά με την επιμέλεια των τέκνων· επομένως και οι έλληνες μουσουλμάνοι πρέπει να υπαχθούν στο κοινό δίκαιο, όπως ακριβώς έγινε για τους ισραηλίτες - 70 χρόνια πριν - και να διατηρηθεί η αρμοδιότητα του Μουφτή, ίσως μόνο ως πρωτοβουλία δικαστικής διαμεσολάβησης στις οικογενειακές διαφορές. Τις σκέψεις αυτές υιοθέτησε η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή «Για την αναθεώρηση και βελτίωση του Οικογενειακού Δικαίου», που συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία της Γεν. Γραμματείας Ισότητας [27] (γεν. γρ. Μ. Στρατηγάκη) επί Υπουργίας Καστανίδη, με Πρόεδρο την νυν ομοτ. καθ. κ. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, η οποία με το έργο της και τη διδασκαλία της υπηρέτησε την ισότητα και την ισοτιμία των συζύγων στις σύγχρονες οικογενειακές σχέσεις και στην οποία αφιερώνεται η παρούσα μελέτη.

Στο άρθρο 35 του νομοσχεδίου που κατατέθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης ορίζεται «Καταργούνται το άρθρο 4 του N 147/1914, το άρθρο 8 του ΕισΝΚΠολΔ και το άρθρο 5 παρ. 2 και 3 του N 1920/1991. Οικογενειακές και κληρονομικές διαφορές των Ελλήνων μουσουλμάνων διέπονται από το κοινό δίκαιο και εκδικάζονται από τα ελληνικά δικαστήρια. Σχετικές υποθέσεις εκκρεμείς προς επικύρωση στα ελληνικά δικαστήρια καταργούνται». Αξίζει μάλιστα να παρατεθεί αυτούσια και η αιτιολογική έκθεση που συνόδευσε την πρόταση για την κατάργηση της σαρία, όπως διατυπώθηκε στο νομοσχέδιο: «... Εκεί όμως που η ιδεολογία της ισότητας, και όχι μόνο των φύλων, αλλά και γενικότερα των πολιτών, βάζει εντονότατη τη σφραγίδα της είναι κυρίως στις τροποποιήσεις της δεύτερης κατεύθυνσης. Από αυτές, και σε ό,τι αφορά την κατάργηση της σαρία, υπενθυμίζεται ότι η εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου (σαρία) στους Έλληνες μουσουλμάνους στηρίζεται στο συνδυασμό αφενός των άρθρων 1416 και 1446 ΑΚ, που ορίζουν ότι οι συζυγικές σχέσεις και το διαζύγιο ρυθμίζονται από τον Αστικό Κώδικα ανεξάρτητα από τον τύπο του γάμου των συζύγων εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, και αφετέρου των άρθρων 4 του N 147/1914 (δυνάμει των άρθρων 2 και 6 ΕισΝΑΚ), 10 του N 2345/1920 και 5 παρ. 2 και 3 του N 1920/1991 (άρθρο 8 ΕισΝΚΠολΔ), που πράγματι ορίζουν διαφορετικά προβλέποντας την εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου στις οικογενειακές σχέσεις των Ελλήνων μουσουλμάνων, καθώς και την αντίστοιχη δικαιοδοσία του Μουφτή.

[...]

Το συντριπτικότερο όμως επιχείρημα της [τελευταίας] αυτής άποψης είναι η προκύπτουσα κατάφωρη αντίθεση του ιερού μουσουλμανικού νόμου με βασικές αρχές του ελληνικού Συντάγματος: με το άρθρο 4 παρ. 1 για την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου (ένα τμήμα του ελληνικού λαού διέπεται από θρησκευτικό δίκαιο και δικάζεται σε ειδική δικαιοδοσία, σε αντίθεση μάλιστα με ό,τι ισχύει για άλλες θρησκευτικές ομάδες· βλ. και το άρθρο 13 παρ. 1 Συντ.), καθώς και με το άρθρο 4 παρ. 2 για την ισότητα ανδρών και γυναικών (η σαρία είναι αναχρονιστική: λ.χ. προβλέπει την πολυγαμία και το διαζύγιο με αποπομπή μόνο της γυναίκας από τον άνδρα -talaq· το τελευταίο στοιχειοθετεί αντίθεση και με το άρθρο 21 παρ. 1 Συντ.). Αλλά και η αρμοδιότητα του μουφτή, που είναι βασικά θρησκευτικός ηγέτης, θα μπορούσε να θεωρηθεί αντίθετη με τα άρθρα 8 παρ. 2, 13 παρ. 1, 20 παρ. 1, 26 παρ. 3 και 87 Συντ. (αλλά και με το συνδυασμό του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, για το δικαίωμα του προσώπου να δικάζεται από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, με το άρθρο 14 για την απαγόρευση των διακρίσεων ως προς τη χρήση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η ΕΣΔΑ, με ιδιαίτερη αναφορά στις διακρίσεις θρησκείας και συμμετοχής σε εθνική μειονότητα). Με άλλες λέξεις, αντισυνταγματικά είναι τόσο η ίδια η παραπομπή στους κανόνες του ιερού μουσουλμανικού δικαίου και στην αντίστοιχη δικαιοδοσία του μουφτή, όσο και το υποδεικνυόμενο εφαρμοστέο δίκαιο. Το τελευταίο, ενόψει του συγκεκριμένου περιεχομένου του, ζήτημα είναι αν προωθεί καν την προστασία των μειονοτήτων. Στην πραγματικότητα μάλλον την υποσκάπτει, αφού υπάγει τη μουσουλμανική μειονότητα σε ένα καθεστώς που προσβάλλει τις αξίες και τα δικαιώματα όλων των Ελλήνων μουσουλμάνων, ανδρών και γυναικών. Οι διαπιστώσεις αυτές έχουν αποτυπωθεί, άλλωστε, και σε τρεις Εισηγήσεις της Εθνικής Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Προτείνεται, συνεπώς, στο παρόν Σχέδιο Νόμου η κατάργηση της σαρία για τους Έλληνες μουσουλμάνους ...».

 

* Η μελέτη αποτελεί ανάπτυξη εισήγησής μου στην Εταιρεία Οικογενειακού Δικαίου (10.4.2014) και προδημοσίευση από τον Τιμητικό Τόμο για την ομ. καθηγήτρια κ. Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη.

 

[ 1 ]. ΑΠ 1588/2011 (ποιν.) Νόμος· ΑΠ 934/2012 (ποιν.) Ισοκράτης· ΑΠ 2138/2013 Νόμος (αναιρεί την ΕφΘρ 489/2011 (αδημ.)· ΑΠ 540/2013 (ποιν) Νόμος· πρβλ. Παντελίδου, Το εφαρμοστέο στους Έλληνες Μουσουλμάνους οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο, ΕφΑΔ 4/2013.290 επ.

[ 2 ]. Η Ελλάδα αποτελεί τη μοναδική χώρα σε όλη την Ευρώπη, που εφαρμόζει ευθέως τη σαρία, κατάλοιπο της οθωμανικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια, και όχι μέσω του μηχανισμού της παραπομπής του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, όπως συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη. Την εφαρμογή της σαρία προβλέπει επίσης και το γαλλικό σύνταγμα αλλά για τις νήσους Ρεϊνιόν του Ινδικού Ωκεανού, που ανήκουν στη Γαλλία, βλ. Γ. Κτιστάκι, Ιερός Νόμος του Ισλάμ και μουσουλμάνοι έλληνες πολίτες - Μεταξύ κοινοτισμού και φιλελευθερισμού (εκδ. Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006), σελ. 5.

[ 3 ]. Ν 147/1914 «Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώρες εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεων» ΦΕΚ Α’ 25.

[ 4 ]. Στη Συνθήκη των Αθηνών της 1/14.11. 1913 που κυρώθηκε με το Ν ΔΣΙΓ (4213)/1913 ΦΕΚ Α’ 229, οριζόταν στο άρθρο 11 ότι: «Οι Μουφτήδες εκτός της αρμοδιότητας αυτών επί των καθαρώς θρησκευτικών υποθέσεων και της εποπτείας αυτών επί της διοικήσεως των Βακουφικών κτημάτων, ασκούσι την εαυτών δικαιοδοσίαν μεταξύ Μουσουλμάνων επί γάμων, διαζυγίων, διατροφών (νεφακά), επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων και ισλαμικών διαθηκών και διαδοχής εις θέσιν Μουτεβελλή (τεβλιέτ). Αι παρά των Μουφτήδων αποφάσεις εκτελούνται υπό των αρμοδίων Ελληνικών Αρχών».

[ 5 ]. Βλ. αναλ. Α. Κοτζάμπαση, Οι οικογενειακές έννομες σχέσεις Ελλήνων και Ελληνίδων μουσουλμάνων, εκδ. παρατηρητής, 2003 (νυν επίκεντρο).

[ 6 ]. Το ζήτημα αυτό, που αφορά το διορισμό των Μουφτήδων ή την εκλογή τους από τη θρησκευτική κοινότητα, αποτελεί ένα μείζον ζήτημα των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδος-Τουρκίας, όπως και η ελευθερία της συσσωματώσεως των μουσουλμάνων για το οποίο υπάρχει και απόφαση του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).

[ 7 ]. ΑΠ Ολ 322/1960 ΝοΒ 8/1960.1121 (αναφέρεται στις κληρονομικές σχέσεις - κατάργηση άρθρου 4 ως προς τους ισραηλίτες).

[ 8 ]. Το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1416 και 1446 ΑΚ και κυρίως η επιφύλαξη που διατυπώνεται ως προς την έκταση της εφαρμογής του, δηλαδή στην ουσία εμμέσως υπέρ της εφαρμογής της σαρία, υπήρξε ερευνητική πρόταση [που υποβλήθηκε από τη συγγραφέα του παρούσης μελέτης] και χρηματοδοτήθηκε από το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ), βλ. www.kethi.gr.

[ 9 ]. Κουμάντος, ΟικογΔ Ι (1988), σελ. 244.

[ 10 ]. Υπό διαφορετική διατύπωση, ένας έλληνας μουσουλμάνος δεν μπορεί να λύσει ένα πολιτικό γάμο με θρησκευτικό διαζύγιο (αποπομπή), το οποίο θα αναγνωρίσει στη συνέχεια ο Μουφτής, εφόσον ο γάμος αυτός ως θρησκευτικός είναι ανυπόστατος, όπως αντίστοιχο παράδειγμα θα ήταν ότι ένας ορθόδοξος Έλληνας δεν νοείται να ζητήσει την πνευματική λύση ενός πολιτικού γάμου από τον Επίσκοπο.

[ 11 ]. Βλ. ΜΠρΞάνθης 1623/2003 (ασφαλιστικά μέτρα - Μίχου) Αρμ 58/ 2004.366 με σύμφωνες παρατηρήσεις Α. Κοτζάμπαση.

[ 12 ]. Για το θέμα σχετικά με την ύπαρξη αναγνωρισμένης υποχρέωσης δια-τροφής στις συμφωνίες των συζύγων, βλ. Κοτζάμπαση, Ισότητα των φύλων και ιδιωτική αυτονομία (2011), σ. 76.

[ 13 ]. Αν ο θρησκευτικός γάμος κρινόταν από το Μουφτή ως ανυπόστατος, δεν θα θεμελιωνόταν η υποχρέωση του πατέρα για διατροφή των τέκνων, αφού αυτά θα ήταν γεννημένα χωρίς γάμο (εξώγαμα), οπότε μπροστά σε αυτό το δίλημμα (όντως σημαντικό), προτίμησε ο Μουφτής τον χαρακτηρισμό του γάμου από μη αναγνωρισμένο θρησκευτικό λειτουργό που καταχωρήθηκε μόνο στο Ληξιαρχείο και όχι στη Μουφτεία, ως πολιτικού γάμου για να τον παραπέμψει στη συνεχεία στα πολιτικά δικαστήρια, βλ. σχετ. ΑΠ 1588/2011 Νόμος.

[ 14 ]. Βλ. επίσης 2308/2007 (ασφ.μ.) αδημ. 102/2012 (αδημ). Πρβλ. σχετ. Παντελίδου, Το εφαρμοστέο στους Έλληνες Μουσουλμάνους οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο, ΕφΑΔ 4/2013,290 επ.

[ 15 ]. Βλ. Γ. Κτιστάκι, όπου αναφέρεται ότι από τα 2679 διαζύγια των ετών 1991-2006 μόνο ένα κρίθηκε ότι αντίκειται στο Σύνταγμα, Ο Μουφτής, η σαρία και τα δικαιώματα του ανθρώπου, ΝοΒ 2007, σελ. 235.

[ 16 ]. Το ζήτημα της αξίωσης καταβολής της συμφωνηθείσας γαμήλιας δωρεάς κατά τη σύναψη του γάμου για την περίπτωση λύσης του με διαζύγιο (ή με θάνατο), το περίφημο νικιάχ, έχει απασχολήσει επανειλημμένα την ελληνική και την αλλοδαπή νομολογία. Τα ελληνικά δικαστήρια, επειδή πρόκειται για μουσουλμανικό έθιμο, στάθηκαν μάλλον αρνητικά απέναντι στην αξίωση αυτή. Έτσι, κρίθηκε ότι ο γάμος μουσουλμάνων είναι έγκυρος, ακόμη και αν δεν συνομολογήθηκε γαμικόν δώρον (ΠρΡόδ 573/1952 ΣυμπλΝομ 1935-1952/3.661)· αλλά ότι η σύζυγος δικαιούται «εις απόλειψιν της γαμικής δωρεάς ανεξαρτήτως κληρονομικής μερίδας» (ΠρΡόδ 486/1953 ΣυμπλΝομ 1935-1952/3.661 ) αλλά και ότι «δεν κηρύσσεται εκτελεστή η απόφαση του Μουφτή που επιδίκασε στην αιτούσα το νικιάχ» (ΜΠρΞανθ 251/1982 Αρμ 1982,740).

[ 17 ]. Βλ. ΜΠρΚω 765/2012 ΕλλΔνη 54/2013,228 (ασφαλιστικά μέτρα).

[ 18 ]. ΑΠ 1723/1980 ΝοΒ 29/1981,1217 (δικαιοδοσία Μουφτή ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας τους).

[ 19 ]. Βλ. Φραγκίστα, ΕρμΑΚ άρθρο 6 ΕισΝΑΚ, αρ. 3 και 22· Σκόδρα, Η μειονοτική ταυτότητα (1997), σ. 177, σε: Η προστασία των μειονοτήτων, Ίδρυμα Μαραγκοπούλου, εκδ. Αντ. Σάκκουλα· Παπασιώπη-Πασσιά, Προβληματισμοί γύρω από το πεδίο εφαρμογής του διαπροσωπικού δικαίου στην Ελλάδα και τη δικαιοδοτική αρμοδιότητα του Μουφτή, Κοινοδίκαιον 2001/78, σ. 365/6· Παπαστερίου, Γεν Αρχ Ι/Α, σ. 20· κριτικά Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, ΟικογΔ5 Ι, σ. 59 σημ. 9 και 158 σημ. 4.

[ 20 ]. ΑΠ Ολ 738/1967 ΝοΒ 16/1968,381 «...έκτασις εφαρμοστέας νομοθεσίας ως προς τους έλληνες υπηκόους, μουσουλμάνους στο θρήσκευμα.- ως προς το διαζύγιο αυτών εν Δωδεκανήσω εφαρμόζονται αι διατάξεις του Αστικού Κώδικος».

[ 21 ]. ΓνωμΕισΑλεξανδρ 1/1990 ΕλλΔνη 32/1991,1536 (γνησιότητα τέκνων επί μη κηρύξεως της απόφασης διαζυγίου εκτελεστής, επειδή αυτό δεν απαιτείτο). Βλέπουμε αμέσως μετά ότι ψηφίστηκε ο Ν 1920/1990 με τον οποίο υπαγορεύεται η κήρυξη της εκτελεστότητας, διότι άλλως υπάρχει πρόβλημα με τη λύση του γάμου και τα όρια του τεκμηρίου καταγωγής από γάμο (αμετάκλητη κατά την ΑΚ 1438).

[ 22 ]. Έτσι, ΜΠρΞανθ 102/2012 Νόμος· ΕφΘράκ 7/2001 Αρμ 55/2001,692 με παρατηρήσεις Αρβανιτάκη.

[ 23 ]. ΜΠρΘηβ 405/2000 Δ 32/2001,1097 (συντρέχουσα και όχι αποκλειστική αρμοδιότητα του Μουφτή).

[ 24 ]. ΕφΘράκ 356/1995 ΕλλΔνη 37/1996.1368 με παρατηρήσεις Φουντεδάκη.

[ 25 ]. Αμέσως παραπάνω σημ. 21 και 23.

[ 26 ]. ΕφΘεσ 55/1920 ΘΕΜΙΣ ΛΒ,56.

[ 27 ]. www.isotita.gr. Στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Ισότητας είναι ανηρτημένο το Νομοσχέδιο και η Εισηγητική Έκθεση.

Ανακοινώσεις

  • Πρακτικά 4ου Συνεδρίου ΕΟΔ

    Κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις "Νομική Βιβλιοθήκη" τα πρακτικά του 4ου Συνεδρίου της Εταιρίας Οικογενειακού Δικαίου με θέμα "Κακή άσκηση της γονικής μέριμνας και ενδοοικογενειακή βία". Βλ. περισσότερα στην ενότητα "Εκδόσεις", καθώς και στο σύνδεσμο: https://www.nb.org/greek/catalog/product/view/id/12875/s/kaki-askisi-tis-gonikis-merimnas-kai-endooikogeneiaki-via/category/141/

     

  • Συγκρότηση σε σώμα του νέου Δ.Σ. της ΕΟΔ

    Στις 12.10.2017 συνεδρίασε το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΟΔ με θέμα τη συγκρότηση σε σώμα του νέου ΔΣ που αναδείχθηκε κατά τις αρχαιρεσίες της 26ης.09.2017.

    Το νέο ΔΣ έχει ως εξής:

  • Ακρόαση εκπροσώπων της ΕΟΔ στην Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής

    Στο πλαίσιο της συζήτησης του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης "Νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου - Εθνικός Μηχανισμός Εκπόνησης, Παρακολούθησης και Αξιολόγησης Σχεδίων Δράσης για Δικαιώματα Παιδιού", εκπρόσωποι της ΕΟΔ εξέθεσαν τις θέσεις της Εταιρείας στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής κατά τη συνεδρίαση της 27ης.09.2017.

  • Aρχαιρεσίες ΕΟΔ - Ανάδειξη μελών ΔΣ και Εξελεγκτικής Επιτροπής

    Δυνάμει της από 13.2.2017 απόφασης, το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρίας Οικογενειακού Δικαίου καλεί τα μέλη του σε Γενική Συνέλευση, κατά το άρθρο 11 του Καταστατικού της, για τη διενέργεια αρχαιρεσιών προκειμένου να αναδειχθούν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και της Εξελεγκτικής Επιτροπής για την Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017, ώρα 17.00 στα γραφεία της ΕΟΔ (Μαυρομιχάλη 23).

  • ΕΠΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ.


    Την 11.06.2015 το ΔΣ της ΕΟΔ συνεδρίασε στα γραφεία του με θέμα την επανασυγκρότησή του μετά την απώλεια του Αθανάσιου Παπαχρίστου Αντιπροέδρου της με την παρουσία της πρώτης επιλαχούσας κατά τις αρχαιρεσίες της 02.10.2014 κ.Ιωάννας Κονδύλη, Επίκουρης Καθηγήτριας Νομικής Σχολής Αθηνών.